Βάλσαμο στην απαισιοδοξία

Έντυπη Έκδοση

Είχα πει ότι θα γράψω για σενα! Αλλά... όλα άλλαξαν. Που σε γνωρίζω; Μην αναρωτιέσαι. Σε παρατήρησα. Και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, σε παρακολούθησα. Πώς τόλμησα; Κρυφοκοίταξα από το παράθυρο της κουζίνας σου. Τέτοιο θράσος έχω. Φαινόσουν όμως πολύ σκεπτικός, στενάχωρος και τόσο απορροφημένος στις σημειώσεις σου. Ήθελα να καταλάβω τι σε απασχολεί, να πάρω απάντηση στη περιέργειά μου.

Καθόσουν στο τραπέζι με χαρτί και μολύβι, κρατούσες με το ένα χέρι το κεφάλι σου και με το άλλο μετρούσες και σημείωνες. Στάθηκα ένα ολόκληρο τέταρτο και οι κινήσεις σου ήταν συγκεκριμένες. Κεφάλι, χαρτί, μολύβι... Μοναδικό διάλειμμα στη μονοτονία των κινήσεών σου, ο αναστεναγμός. Βαθύς, μεγάλος και παρατεταμένος.

“Δε βγαίνω με τίποτα”, σε άκουσα να λες πιέζοντας τα δάχτυλα στο κεφάλι σου και αμέσως ξεχώρισε στην κουζίνα η φιγούρα της ανήσυχης συζύγου σου. Με σκυθρωπό πρόσωπο σε έπιασε από τον ώμο και χάιδεψε το κεφαλάκι του παιδιού σας που έπαιζε δίπλα.

Εκείνο; Δε φαινόταν μεγαλύτερο των τριών ετών. Έπαιζε και χαμογελούσε. Εσύ; Μελαγχολικός.

Λοιπόν... Αν και ήταν πολύ πρωί που ως συνήθως δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου, εσένα σε είδα. Η φιγούρα σου ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη φιγούρα του μικρού παιδιού δίπλα σου.

Το πήρες από το χέρι, κράτησες τη σχολική τσάντα του και ξεκίνησες με προορισμό τον παιδικό σταθμό. “Θύμα” της παρατήρησης εγώ, εξακολούθησα να σας εξετάζω. Με βήμα ταχύ, τέτοιο που με τα μικρά του ποδαράκια δεν μπορούσε να σε ακολουθήσει, παραπατώντας και διασκεδάζοντας ακόμη περισσότερο κατεβαίνοντας δύο δύο τα σκαλάκια, χάριζε στη γειτονιά το αθώο του γέλιο.

Μα εσύ, εκεί. Καμία αντίδραση. Φτάσατε στον παιδικό σταθμό. “Καλημέρα”, αποκρίθηκε η δασκάλα κι έμεινε αναπάντητος ο χαιρετισμός της. Εσύ, το αποχαιρέτησες με ένα φιλί στο κεφάλι και ένα κενό βλέμμα. Δεν είπες τίποτε κι εκείνο χάθηκε μαζί με τους μικρούς του φίλους. Ανέμελο και χαρούμενο.

Αμέσως, επιβιβάστηκες στη μηχανή και πήρες το δρόμο για την πόλη. Με μία παλιά μηχανή εσύ και στο κατόπι εγώ. Σε παρακολουθούσα ώρα τώρα. Δε με αντιλήφθηκες. Ναι!! Εσένα. Εσένα που το χαμόγελο έχει να επισκεφθεί το πρόσωπό σου πολλούς μήνες μάλλον. Άλλωστε στην κουζίνα του σπιτιού σου, που και που ψιθύριζες, “Πώς θα βρω δουλειά; Κάτι πρέπει να γίνει αφού απολύθηκα. Πώς θα προσφέρω στην οικογένειά μου”. Άφησες τη μηχανή σου κοντά στην τράπεζα κι εγώ πήγα να σταθμεύσω. Σιγά που δε θα κατέγραφα την υπόλοιπη ημέρα σου.

Διαφήμιση

Όμως... Όλα άλλαξαν σε χρόνο dt..

Δεν πρόλαβα να γυρίσω το κεφάλι αριστερά και γκντουυπ! Ένας άνθρωπος με μία μηχανή συγκρούεται στο αυτοκίνητό μου και πέφτει στο δρόμο. Πανικοβλημένη, πετάγομαι ευθύς αμέσως έξω από το αυτοκίνητο και βλέπω τον οδηγό της μηχανής πεσμένο να διαμαρτύρεται για το πόδι του. Από εκεί και μετά, μπορεί να έχασα τα ίχνη σου, αλλά υιοθέτησα τη θλίψη σου. Για άλλους λόγους από εκείνους που έχει ένας άνεργος πατέρας. Όμως έκανα κτήμα τη θλίψη.

Σοκαρισμένη για το ατύχημα, αφού πρώτα μεταφέρθηκε με το ασθενοφόρο ο τραυματισμένος κύριος, ακολούθησαν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες. Αργότερα, όταν τον επισκέφθηκα στο Νοσοκομείο και διαπίστωσα πως δεν είχε αποκτήσει παρά τέσσερα ράμματα, εγώ εξακολούθησα να είμαι μελαγχολική. Ναι, πολύ μελαγχολική. Τρόμαξα! Και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, για καταστάσεις που διορθώνονται να μην παρεκκλίνω από την αισιόδοξη οπτική που με κόπο έκανα στάση ζωής τα τελευταία χρόνια. Εγώ; Θλιμμένη για το δυσάρεστο περιστατικό. Ο κύριος; Ευδιάθετος και με μία γλυκιά δόση ανεμελιάς και “τρέλας”.

Επέστρεψα σπίτι. Σαν ταινία συνέχισαν να “διαδραματίζονται” όλα μπροστά μου και ξαφνικά θυμήθηκα το διάλογό μας στο θάλαμο του Νοσοκομείου. Προχθές, εκείνη τη στιγμή ήταν η πρώτη φορά που κατάφερα και χαμογέλασα.

“Είστε καλά; Να σας φέρω κάτι;”, σας είχα ρωτήσει.

“Όχι, παιδί μου μην ανησυχείς. Μια χαρά είμαι. Για το μόνο που στεναχωριέμαι είναι για το ποδόσφαιρο το Σάββατο, που δε θα μπορώ να παίξω” είπατε, εκφράζοντας αμέσως το δεύτερο παράπονό σας, “Απλά θα φάω σούπα όπως μου είπαν και η αλήθεια είναι ότι ένα κοκορετσάκι θα το έτρωγα αυτή τη στιγμή”.

Τη φιλοσόφησες τη ζωή κ. Γιάννη. Στα 67 σου χρόνια και μετά από το ασήμαντο ευτυχώς ατύχημα, είχες τη διάθεση να “αστειευθείς” και να χαμογελάσεις. Που θα πάει; Εδώ που είμαι ήσουνα κι εκεί που είσαι μακάρι να 'ρθω.

Η ώρα ήταν περασμένη κι εγώ έπρεπε να γράψω και να απευθύνω ένα μήνυμα σε εσένα με το μικρό παιδί, που μη σκεφθείς ότι σε ξέχασα! Να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος. Και μπορεί τα λόγια μου να μην είναι γιατρειά στην καθημερινότητά σου, αλλά... Παρά τα σημαντικά προβλήματα, ένα να θυμάσαι και να μην ξεχνάς! Μια μέρα που δε χαμογελάσαμε, είναι μία χαμένη ημέρα! Μου το δίδαξε ο παρολίγον σοβαρά τραυματισμένος κ. Γιάννης. Λοιπόν... Καλή ανάρρωση! Γενικώς...