Τι με κοιτάζεις κι απορείς, έλα και πιάσε με αν μπορείς

Συντάκτης: Τέτα Βαρλάμη
Έντυπη Έκδοση

Γεγονότα, καταστάσεις, συμπεριφορές, λόγια, κινήσεις, νοήματα. Όλα αυτά που συνθέτουν τις εικόνες της καθημερινότητας σου. Κι εσύ καλείσαι να δεις, να σκεφτείς, να κατανοήσεις, να κρίνεις, να γράψεις, να μιλήσεις, να εκφράσεις όσα εισέπραξες.

Κι εδώ έρχονται να μετρήσουν αυτά που κατανοείς, που έχεις, που κατέχεις, που είσαι. Το μυαλό, η οξυδέρκεια, η γνώση, η εντιμότητα, το ήθος, η αξιοπρέπεια.

Μπαίνεις σε έναν αγώνα να διατηρήσεις την ανθρωπιά σου, να βρεις την αλήθεια τη δική σου πρώτα απ’ όλα, να κοιτάξεις με ματιά καθαρή και να μιλήσεις με λόγο έντιμο.

Βήμα-βήμα πας όλο και μακρύτερα, όλο και ψηλότερα, σε μια προσπάθεια να ανεβαίνεις προς τα εκεί που ονειρευόσουν πάντα να φτάσεις. Στην κορυφή.

Όταν στην πορεία διατηρείς αρχές και αξίες, τον δρόμο δεν τον χάνεις. Ότι με κόπο επί χρόνια χτίζεις, έρχεται η στιγμή που αναγνωρίζεται και τότε από άλλους εκτιμάται και από άλλους πολεμάται.

Γύρω σου αρπαχτικά, βολεμένοι, θιγόμενοι κι εσύ εκεί να επιμένεις σε πείσμα των καιρών, προκαλώντας φθόνο, αντιδράσεις, αντιπαλότητες.

Υπερασπίζεσαι την αλήθεια σου, με το στέρνο ανοιχτό σε κάθε χτύπημα, όταν απέναντι σου έχεις ισότιμους αντιπάλους.

Μα να ξαφνικά που ξεπροβάλει ο μικρούλης, ο τοσοδούλης, ο λίγος, που έχει δύναμη δημόσιου λόγου και προσπαθεί να σε παλέψει από χαμηλά.

Δεν σε φτάνει εκεί που είσαι και χτυπά στο ύψος του, βάζοντας τρικλοποδιές.

Διαφήμιση

Δεν έχει εφόδια, γιατί τα ξεπούλησε στην πορεία, και σου ρίχνει πετραδάκια με σφεντόνα.

Δεν κράτησε το κουράγιο του για να παλέψει και του το αγόρασαν για δίνοντας του ψίχουλα.

Του ζητούν, σε μία κόλλα λευκή, να πει αυτά που θα του υπαγορεύσουν, χωρίς ο ίδιος να κατανοεί ότι αυτό που στο τέλος αποτυπώνει, δεν είναι λόγια και απόψεις, παρά μια μουτζούρα.

Ο δρόμος μακρύς. Πώς να τον διανύσει από η μια στιγμή στην άλλη;

Θεώρησε πως αν πατήσει πάνω σε αυτούς που φθονεί, θα πετύχει να φτάσει στο τέρμα.

Οι παραγγελιοδόχοι ήταν σαφείς. Εγώ μιλώ εσύ καταγράφεις.

Κρίμα το μελάνι που πηγαίνει χαμένο. Κρίμα για τη νοοτροπία που υιοθετεί το «τίποτα» για να αποκτήσει ο λόγος οντότητα. Κρίμα για την απώλεια των στοιχειωδών, θεμέλιων αξιών, που χαραμίζονται στον εντυπωσιασμό του ευκαιριακού. Κρίμα τους αυλοκόλακες, οσφυοκάμπτες, που εξαργυρώνονται αναλαμβάνοντας το ρόλο του βασιλικού γελωτοποιού.

Κρίμα μικρούλη, τοσοδούλη, χαριτωμένε μου παλιάτσε, γιατί έχασες το δρόμο που θα σε οδηγούσε εκεί που στόχευες. Κρίμα για σένα που υπάρχει το παραπάνω, κρίμα για μένα που δεν μπορώ να σε κατανοήσω.